Μια κορεατική τηλεοπτική σειρά που παρακολούθησε ως φοιτήτρια στη Σλοβακία ήταν αρκετή για να αλλάξει την πορεία της. Η Βίκυ Βολάκου έφυγε από την Αθήνα το 2012 για τη Σεούλ, όπου σπούδασε, εργάστηκε και δημιούργησε οικογένεια. Σήμερα, μαζί με τον Κορεάτη σύζυγό της, έχει τέσσερα παιδιά, ένα δημοφιλές οικογενειακό κανάλι στο YouTube και μια επιχείρηση που εισάγει εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και άλλα ελληνικά προϊόντα στη Νότια Κορέα.

Γεννημένη το 1989 στην Αθήνα, η Βίκυ Βολάκου σπούδασε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Η πρώτη της επαφή με την κορεατική γλώσσα έγινε το 2010, ενώ το καλοκαίρι του 2011 ταξίδεψε για πρώτη φορά στη Σεούλ. Έναν χρόνο αργότερα αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί.

Η οικογενειακή της καθημερινότητα έγινε αργότερα το περιεχόμενο του Sophia Family, ενός καναλιού στο YouTube με περισσότερους από 420.000 συνδρομητές. Μέσα από την επαφή με αυτό το κοινό, η Βίκυ και ο σύζυγός της άρχισαν να διαθέτουν ελληνικά προϊόντα στην κορεατική αγορά, ανακαλύπτοντας πόσο διαφορετική είναι η σχέση των Κορεατών με το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

Εννέα το πρωί στην Ελλάδα, τέσσερις το απόγευμα στη Σεούλ. Η βιντεοκλήση μας με τη Βίκυ Βολάκου κράτησε περίπου μία ώρα. Στη διάρκεια της συζήτησης μιλούσε μαζί μου ελληνικά και, όποτε χρειαζόταν να απευθυνθεί στον σύζυγό της, περνούσε με φυσικότητα στα κορεατικά. Ευγενική, λαμπερή και με την οικογένειά της σταθερά στο επίκεντρο της ζωής της, μίλησε για τις επιλογές που την έφεραν στην άλλη άκρη του κόσμου, τη δουλειά που δημιούργησαν μαζί και την καθημερινότητά τους με τέσσερα παιδιά. Κι αν υπάρχει κάτι από την Ελλάδα που της λείπει πότε πότε, είναι ο αυθορμητισμός των ανθρώπων και οι συναντήσεις που δεν χρειάζεται να προγραμματιστούν μέρες πριν.

Από μια κορεατική σειρά στη μόνιμη εγκατάσταση στη Σεούλ

Πώς βρέθηκε μια κοπέλα από την Αθήνα να εγκατασταθεί στη Νότια Κορέα; Ήταν κάτι που σχεδίαζες από μικρή ή προέκυψε στην πορεία;

Από μικρή ήθελα να ζήσω στο εξωτερικό. Δεν ήταν κάτι που αποφάσισα λόγω της οικονομικής κρίσης ή επειδή δεν έβλεπα προοπτικές στην Ελλάδα. Ήθελα να γνωρίσω έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Είχαμε συμφωνήσει με τους γονείς μου ότι θα ολοκλήρωνα τις προπτυχιακές σπουδές μου στην Ελλάδα και στη συνέχεια θα έκανα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό.

Το 2010 ήμουν στη Σλοβακία με το πρόγραμμα Erasmus. Εκεί είδα μια κορεατική τηλεοπτική σειρά και άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη γλώσσα και τη χώρα. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 2010, γράφτηκα σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών για να μάθω κορεατικά. Παράλληλα πήγαινα κάθε Σάββατο στο κορεατικό σχολείο στην Ηλιούπολη.

Το καλοκαίρι του 2011 ταξίδεψα στη Σεούλ για ένα θερινό πρόγραμμα κορεατικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Yonsei. Μου άρεσε πολύ περισσότερο από ό,τι περίμενα και αποφάσισα ότι ήθελα να συνεχίσω εκεί τις σπουδές μου. Επέστρεψα στην Ελλάδα για να τελειώσω τη σχολή μου και τον Σεπτέμβριο του 2012 έφυγα για μόνιμη εγκατάσταση στην Κορέα.

Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια στη Σεούλ; Πώς εξελίχθηκαν οι σπουδές, η επαγγελματική σου ζωή και η γνωριμία με τον σύζυγό σου;

Τα πρώτα χρόνια ασχολήθηκα πολύ με τη γλώσσα, γιατί στην Κορέα είναι δύσκολο να λειτουργήσεις στην καθημερινότητά σου χωρίς να μιλάς κορεατικά. Το 2014 ξεκίνησα μεταπτυχιακές σπουδές στα Μέσα Ενημέρωσης και την Επικοινωνία στη Σεούλ. Την ίδια χρονιά γνώρισα τον σύζυγό μου. Παντρευτήκαμε το 2016, όταν ολοκλήρωσα και το μεταπτυχιακό. Το 2017 άρχισα να εργάζομαι σε μια εταιρεία που ανέπτυσσε εκπαιδευτικά προγράμματα αγγλικών για μικρά παιδιά. Στη συνέχεια εργάστηκα και σε άλλες θέσεις που σχετίζονταν με την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας. Για αρκετά χρόνια, λοιπόν, είχα μια κανονική επαγγελματική πορεία, χωρίς να σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα ασχολούμουν με το εμπόριο ελληνικών προϊόντων.

Τέσσερα παιδιά και δύο διαφορετικές κουλτούρες

Σήμερα μεγαλώνετε τέσσερα παιδιά στην Κορέα. Πώς είναι η οικογενειακή σας καθημερινότητα και τι σου λείπει περισσότερο από την Ελλάδα;

Έχουμε τη Σοφία, τον Λεωνίδα, τον Αντώνη και τον Άρη. Η καθημερινότητά μας δεν είναι πολύ διαφορετική από εκείνη μιας οικογένειας στην Ελλάδα. Έχουμε τις υποχρεώσεις των παιδιών, τη δουλειά και όλα όσα χρειάζεται να οργανώσεις όταν έχεις μια μεγάλη οικογένεια. Αυτό που μου λείπει είναι η κοινωνικότητα. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε πιο εύκολα με φίλους και συγγενείς, κανονίζουμε να φάμε μαζί, υπάρχει περισσότερη αυθόρμητη επαφή. Στην Κορέα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ακόμη και με τους γονείς του συζύγου μου, που μένουν περίπου σαράντα λεπτά μακριά, μπορεί να βρεθούμε μία ή δύο φορές τον μήνα.

Δεν έχω και πολλούς Έλληνες φίλους κοντά μου. Υπάρχουν Έλληνες στη Σεούλ, αλλά αρκετοί είναι φοιτητές που μένουν για ένα διάστημα και μετά επιστρέφουν στην Ελλάδα. Πρόσφατα γνώρισα διαδικτυακά μια Κύπρια που μένει σχετικά κοντά μου και χάρηκα πολύ. Είναι διαφορετικό να έχεις κάποιον με τον οποίο μπορείς να μιλήσεις ελληνικά.

Πόσο ελληνική είναι η ζωή των παιδιών σας; Και εσύ, έπειτα από τόσα χρόνια πώς αισθάνεσαι;

Τα παιδιά έχουν διπλή υπηκοότητα και προσπαθούμε να διατηρούν επαφή και με τις δύο γλώσσες. Η Σοφία, που είναι η μεγαλύτερη, μιλάει καλύτερα ελληνικά. Ερχόμαστε στην Ελλάδα συνήθως δύο φορές τον χρόνο, το καλοκαίρι και τα Χριστούγεννα, οπότε έχουν την ευκαιρία να βλέπουν την οικογένεια και να χρησιμοποιούν περισσότερο τη γλώσσα.

Τον Απρίλιο απέκτησα και την κορεατική υπηκοότητα, διατηρώντας την ελληνική. Από τότε υπάρχουν άνθρωποι που με ρωτούν στο TikTok γιατί εξακολουθώ να μιλάω ελληνικά. Τους λέω: «Την υπηκοότητα πήρα, δεν άλλαξα!». Το ότι απέκτησα κορεατικό διαβατήριο δεν σημαίνει ότι έπαψα να είμαι Ελληνίδα.

Το Sophia Family και η ιδέα για το ελληνικό ελαιόλαδο

Το Sophia Family ξεκίνησε ως ένα οικογενειακό χόμπι. Πώς εξελίχθηκε σε επαγγελματική δραστηριότητα και πότε προέκυψε η ιδέα να πουλάτε ελληνικά προϊόντα;

Στην αρχή θέλαμε απλώς να ανεβάζουμε βίντεο των παιδιών για να τα βλέπουν οι δικοί μας άνθρωποι. Το κανάλι πήρε το όνομά του από την πρώτη μας κόρη, τη Σοφία. Το 2022 αρχίσαμε να ασχολούμαστε πιο συστηματικά με το YouTube και σταδιακά αποκτήσαμε μεγαλύτερο κοινό. Τότε εξακολουθούσαμε να έχουμε και οι δύο τις δουλειές μας.

Κάποια στιγμή ένας φίλος μάς πρότεινε να δοκιμάσουμε να πουλήσουμε προϊόντα μέσα από το κοινό που είχαμε δημιουργήσει. Εγώ όλα αυτά τα χρόνια κουβαλούσα ελαιόλαδο από την Ελλάδα. Η οικογένειά μου έχει δικό της λάδι στη Λακωνία και κάθε φορά που επισκεπτόμουν την Ελλάδα επέστρεφα στην Κορέα με μπουκάλια στις αποσκευές μου. Ήθελα να μαγειρεύω με το ελαιόλαδο που γνώριζα από το σπίτι μου. Έτσι, σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε να εισάγουμε ελληνικό ελαιόλαδο. Δεν είχαμε ξεκινήσει το YouTube με σκοπό να δημιουργήσουμε επιχείρηση. Το ένα προέκυψε μέσα από το άλλο.

Στην Ελλάδα το ελαιόλαδο είναι καθημερινό υλικό της μαγειρικής. Πώς το αντιμετωπίζουν οι Κορεάτες, ποιοι το αγοράζουν και πώς έμαθαν να το χρησιμοποιούν;

Στην Κορέα το ελαιόλαδο δεν έχει τη θέση που έχει στην ελληνική κουζίνα. Χρησιμοποιούν κυρίως άλλα έλαια και αρκετοί δεν γνωρίζουν πώς να μαγειρέψουν με αυτό. Ένα μεγάλο μέρος των πελατών μας είναι άνω των 50 ετών. Πολλοί ενδιαφέρονται για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο επειδή έχουν ακούσει ότι συνδέεται με την υγιεινή διατροφή. Υπάρχουν μάλιστα άνθρωποι που συνηθίζουν να πίνουν μία κουταλιά το πρωί, χωρίς να το χρησιμοποιούν απαραίτητα στο φαγητό τους.

Στην αρχή μάς ρωτούσαν τι μπορούσαν να φτιάξουν με το ελαιόλαδο. Σιγά σιγά άρχισαν να το δοκιμάζουν σε διαφορετικά φαγητά. Τώρα μας στέλνουν φωτογραφίες από σαλάτες, μακαρονάδες και άλλες συνταγές που ετοίμασαν με το λάδι μας. Κάποιοι γράφουν και στα δικά τους ιστολόγια για όσα μαγειρεύουν.

Έχει ενδιαφέρον να βλέπεις ανθρώπους που δεν είχαν συνηθίσει το ελαιόλαδο να αρχίζουν να το χρησιμοποιούν στην κουζίνα τους.

Πόσο δύσκολο ήταν να οργανώσετε τις πρώτες εισαγωγές και πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η γκάμα των ελληνικών προϊόντων που διαθέτετε;

Η εισαγωγή τροφίμων στη Νότια Κορέα έχει αρκετές απαιτήσεις. Χρειάζονται συγκεκριμένα έγγραφα, καταχωρίσεις των εγκαταστάσεων παραγωγής, μεταφράσεις και ετικέτες που να πληρούν τις κορεατικές προδιαγραφές. Δεν μπορείς απλώς να βρεις ένα προϊόν στην Ελλάδα και να το στείλεις στην Κορέα. Χρειάζεται προετοιμασία και συνεργασία με τους παραγωγούς.

Στην αρχή φέραμε δύο παλέτες εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Στη συνέχεια αρχίσαμε να κάνουμε επαναλαμβανόμενες εισαγωγές και να συνεργαζόμαστε με περισσότερες εταιρείες. Έχουμε φέρει εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα από την Κρήτη, την Καλαμάτα και τη Βοιωτία, από ποικιλίες όπως Κορωνέικη και Μανάκι.

Έχουμε προσθέσει και ελληνικό αλάτι, ενώ εξετάζουμε και άλλα προϊόντα, όπως οι ελιές. Προχωράμε σταδιακά, γιατί κάθε νέο προϊόν έχει τις δικές του απαιτήσεις.

Πόσο σημαντικό είναι ότι οι πελάτες σάς γνωρίζουν ήδη από το YouTube;

Το γεγονός ότι ο κόσμος μάς γνωρίζει από τα βίντεό μας βοηθάει πολύ. Έχουμε δημιουργήσει μια σχέση με τους ανθρώπους που μας παρακολουθούν και αυτό παίζει ρόλο όταν αποφασίζουν να αγοράσουν κάποιο προϊόν.

Στην Κορέα λειτουργεί πολύ η σύσταση από στόμα σε στόμα. Κάποιος αγοράζει ένα ελαιόλαδο, του αρέσει και το προτείνει σε άλλους. Υπάρχει επίσης η συνήθεια να προσφέρουν δώρα, οπότε έχουμε πελάτες που αγοράζουν ελαιόλαδο για να το χαρίσουν.

Προς το παρόν πουλάμε αποκλειστικά μέσα από το ηλεκτρονικό μας κατάστημα. Έχουμε σκεφτεί και το ενδεχόμενο ενός φυσικού καταστήματος, ιδιαίτερα επειδή κάποιοι μεγαλύτεροι σε ηλικία πελάτες δυσκολεύονται με τις ηλεκτρονικές παραγγελίες. Δεν το αποκλείουμε, αλλά θέλουμε πρώτα να δούμε πώς θα εξελιχθεί η δραστηριότητά μας.

Η Ελληνίδα πίσω από την επιχείρηση

Σήμερα εσύ και ο σύζυγός σου ασχολείστε αποκλειστικά με το Sophia Family και τις εισαγωγές. Αισθάνεσαι πλέον επιχειρηματίας;

Πλέον δεν έχουμε άλλες δουλειές. Ασχολούμαστε και οι δύο με το YouTube και το ηλεκτρονικό κατάστημα. Με τέσσερα παιδιά, άλλωστε, δεν θα υπήρχε χρόνος για κάτι επιπλέον. Αλλά δεν αισθάνομαι επιχειρηματίας. Δεν το έχω συνηθίσει ακόμη. Είναι κάτι σχετικά καινούργιο για εμάς. Αν με ρωτήσεις αν νιώθω περισσότερο Ελληνίδα που ζει στην Κορέα ή επιχειρηματίας που έχει δημιουργήσει τη δουλειά της εδώ, θα σου πω σίγουρα το πρώτο.

Για το μέλλον προσπαθώ να είμαι προσεκτική. Μπορεί οι πωλήσεις να μειωθούν, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος άλλος που θα κάνει κάτι αντίστοιχο. Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο. Προσπαθούμε να κάνουμε καλά τη δουλειά μας και να προχωράμε.